top banner 03
Η Κρήτη είναι ο χώρος που η βυζαντινή αχλαδόσχημη λύρα υφίσταται τις περισσότερες μεταβολές και παρεμβάσεις. Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται εδώ για την ανασύνθεση της πορείας εξέλιξης της λύρας, προέρχονται κυρίως από την παρατήρηση των οργάνων του Μουσείου των Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων (συλλογή Φ. Ανωγιανάκη) και την επί πλέον παρατήρηση και μελέτη ορισμένων άλλων οργάνων τα οποία φιλοξενούνται σε άλλα μουσεία, όπως το Ιστορικό Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνου, βρίσκονται σε συλλογές ιδιωτών ή υπάρχουν σε παλαιές φωτογραφίες.

Εκτός από όργανα της Κρήτης μελετήθηκαν και λύρες από τη Δωδεκάνησο (κυρίως τη Νίσυρο), ως αντιπροσωπευτικά δείγματα τετράχορδων λυρών, και τη Θράκη ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της πλέον αρχέγονης μορφής της βυζαντινής λύρας. Τα πλήρη στοιχεία που καταγράφηκαν από όλα τα όργανα τα οποία μελετήθηκαν λεπτομερώς παρατίθενται στο βιβλίο «Η λύρα της Κρήτης και του Αιγαίου» και τα βασικά οργανολογικά στοιχεία παρατίθενται και σε αυτό τον ιστότοπο, στον τομέα Παλαιά Όργανα.

Οι δύο παλαιότερες αχλαδόσχημες λύρες που έχουν διασωθεί σήμερα προέρχονται από την Κρήτη, χρονολογούνται στον 18ο αιώνα (στη μία αναγράφεται στην κεφαλή η χρονολογία 1743) και φιλοξενούνται στο Μουσείο των Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων (συλλογή Φ. Ανωγιανάκη). Από αυτές μπορούμε να έχουμε τις παλαιότερες ασφαλείς οργανολογικά πληροφορίες.

Και τα δύο όργανα του 18ου αιώνα έχουν ως πρόσοψη το τυπικό αχλαδόσχημο σχήμα, με περιορισμένο πλάτος και περίτεχνο σκάλισμα κρητικής ξυλογλυπτικής τεχνοτροπίας στην κεφαλή. Ιδιαίτερα ιδιότυπο είναι και το σχήμα της τομής του σκάφους, που θυμίζει περισσότερο σκάφος βάρκας με πεπλατυσμένη την καρίνα, μορφή που δεν συναντάται ούτε σε λύρες άλλων περιοχών αλλά και ούτε στις νεότερες λύρες της Κρήτης. Δεν υπάρχει χορδοδέτης και οι χορδές στερεώνονται σε σχετικές οπές στην ουρά του οργάνου. Σε αμφότερα τα όργανα είναι άγνωστος ο αρχικός αριθμός των χορδών. Το όργανο που δεν φέρει χρονολογία έχει τέσσερις οπές για ξύλινα κλειδιά στην κεφαλή, σε διάταξη πανομοιότυπη με τη διάταξη στις τετράχορδες Δωδεκανησιακές λύρες (βλέπε παρακάτω. Η κεφαλή του οργάνου με χρονολογία (1743) φέρει έξι οπές για ξύλινα κλειδιά και είναι πιθανό και αυτή η λύρα να είχε αρχικά 4 ή 5 χορδές, με σχετικούς πύρους-οδηγούς στις μικρότερης διαμέτρου οπές που φέρει η κεφαλή. Η λεπτομέρεια στο σκάλισμα του ξύλου, ο τρόπος εφαρμογής του καπακιού, η κοπή και η διαβάθμιση του πάχους του ξύλου τόσο στο καπάκι όσο και στο σκάφος του οργάνου που έγινε δυνατόν να μελετηθεί, βεβαιώνει ότι τα όργανα κατασκευάστηκαν από «επαγγελματία» ξυλογλύπτη, με σοβαρές γνώσεις οργανοποιίας.

Οι επόμενες διαθέσιμες για μελέτη λύρες χρονολογούνται στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκτός από το τυπικό τρίχορδο λυράκι, καταγράφεται και η βροντόλυρα, λύρα με μεγάλο ηχείο για παραγωγή μεγαλύτερης έντασης ήχου που χρησιμοποιείται κυρίως στα πανηγύρια για την εκτέλεση της σούστας και του πεντοζάλη, χρησιμοποιώντας και δοξάρι με γερακοκούδουνα. Η βροντόλυρα του γερο-Πίσκοπου, που φιλοξενείται στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο του Ρεθύμνου, είναι το καλύτερο γνωστό σε εμάς τέτοιο δείγμα, με ημισφαιρικό ηχείο και περίτεχνα σκαλισμένο δοξάρι. Τόσο το σχήμα και το σκάλισμα της κεφαλής όσο και ο τρόπος εφαρμογής του καπακιού είναι ταυτόσημος με τις λύρες του 18ου αιώνα. Δεν υπάρχει χορδοδέτης και οι χορδές δένονται σε μία χορδή που έχει περαστεί στην ουρά της λύρας.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, εκτός από τα απλά λυράκια και βροντόλυρες, καταγράφεται η έντονη παρουσία λύρας όπου στη θέση του περίτεχνου σκαλίσματος της κεφαλής βρίσκεται κλειδοθέσιο σε σχήμα κοχλία, παρόμοιο με αυτό του βιολιού, που φιλοξενεί συνήθως 4 ξύλινα κλειδιά, τα οποία στηρίζουν επί πλέον συμπαθητικές χορδές ή χορδές ισοκράτες. Ο Κώστας Παπαδάκης (1989) αποδίδει αυτό τον τύπο λύρας στο Χανιώτη οργανοποιό Αμπντούλ Καλημεράκη. Με ίδιου τύπου λύρα εμφανίζεται να παίζει ο Χαρίλαος Πιπεράκης (1894-1978) το 1927(;) και ο Αντρέας Ροδινός το 1929. Στη λύρα του Χαρίλαου Πιπεράκη, η οποία είναι τετράχορδη, έχει προστεθεί και γλώσσα. Σε πολλά λυράκια της ίδιας περιόδου έχει προστεθεί στο άνω τμήμα της κεφαλής μία προέκταση τύπου κλειδοθεσίου βιολιού με πρωτόγονου σχήματος κοχλίες, χωρίς αυτό να φέρει κλειδιά για επί πλέον χορδές.

Η σύγχρονη μορφή της λύρας της Κρήτης φαίνεται να διαμορφώνεται στο Ρέθυμνο, στις αρχές της 4ης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Οι βασικές αλλαγές είναι στο μέγιστο πλάτος του ηχείου, που φτάνει στα 21 εκατοστά και μετατοπίζεται χαμηλότερα από ότι στο λυράκι, η προσθήκη γλώσσας με ελαφρά κλίση και το στένεμα του λαιμού για να αυξηθούν οι εκτελεστικές δυνατότητες του οργάνου, και η αντικατάσταση των ξύλινων κλειδιών με μηχανικά (κλειδιά μαντολίνου) ώστε να ρυθμίζεται ευκολότερα και σταθερότερα η τονικότητα των χορδών, που στο μεταξύ έχουν γίνει μεταλλικές και με πολύ μεγαλύτερη τάση από τις παλαιές εντέρινες, ώστε να αυξηθεί η ένταση του ήχου που παράγει το όργανο.

Το πιθανότερο είναι ότι η τελική νέα μορφή προκύπτει από τη συνεργασία του λυροποιού Γιάννη Παπαδάκη (γνωστού με το ψευδώνυμο Καρεκλάς, ανιψιός του μεγάλου λυράρη Αντώνη Παπαδάκη - Καρεκλά) και του θρυλικού λυράρη Αντρέα Ροδινού. Το γενικότερο σχήμα της σύγχρονης λύρας της Κρήτης συναντάται βέβαια από παλαιότερα, σε βροντόλυρες των αρχών του αιώνα και εξελίσσεται σταδιακά.

Από το 1947, ο Μανόλης Σταγάκης (1913-2006), λυράρης αρχικά και αργότερα λυροποιός, πάντα στο Ρέθυμνο, βελτιώνει σημαντικά την ακουστική του οργάνου, παράγει αξιόπιστα όργανα «με καλή φωνή» και βοηθά καθοριστικά να πάρει η λύρα τη θέση που κατέχει σήμερα στην κρητική μουσική.

Την τρίτη δεκαετία του 20ου αιώνα εμφανίζεται και η βιολόλυρα, ένα οκτάσχημο τοξωτό με τέσσερις συνήθως χορδές, που είναι στην ουσία απομίμηση βιολιού αλλά με σκαφτό σκάφος, καβαλάρη και χορδές τοποθετημένα όπως στη λύρα. Χρησιμοποιείται κυρίως στην ανατολική Κρήτη την 4η και 5η δεκαετία του 20ου αιώνα. Σήμερα συναντάται και χρησιμοποιείται σποραδικά από ορισμένους εκτελεστές, κυρίως για την εκτέλεση μουσικών ρυθμών του Αιγαίου («νησιώτικα»), ή «ευρωπαϊκών» ρυθμών.

Ανακεφαλαιώνοντας σχηματικά η εξέλιξη των μορφών της αχλαδόσχημης λύρας στην Κρήτη, από τον 18ο αιώνα έως σήμερα:
Τα όργανα του 18ου αιώνα χαρακτηρίζονται από την απουσία χορδοδέτη και γλώσσας, έχουν ξύλινα στριφτάλια κάθετα στο επίπεδο της κεφαλής, η οποία αποτελεί συνέχεια του κοντού λαιμού. Μαζί με το αρχέγονο τρίχορδο λυράκι συνυπάρχει ένα τετράχορδο πιο εξελιγμένο όργανο με σκαφτό καμπύλο καπάκι.

Στον 19ο αιώνα δεν συναντούνται πλέον τετράχορδα όργανα, και εμφανίζεται η βροντόλυρα. Έχει καθιερωθεί η χρήση του κλέφτη, οδηγώντας σε ισομήκεις χορδές.

Στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα κάνει την εμφάνισή της η λύρα με κλειδοθέσιο τύπου κοχλία, και στην τρίτη δεκαετία προστίθεται από ορισμένους σε αυτήν γλώσσα. Τώρα έχουν προστεθεί επί πλέον ξύλινα στριφτάλια στο κοχλιόσχημο κλειδοθέσιο, για χορδές ισοκράτες ή συμπαθητικές, τοποθετημένα παράλληλα με το επίπεδο του καπακιού. Τοποθετείται επίσης κατά κανόνα και χορδοδέτης.
Στην αρχή της τέταρτης δεκαετίας του 20ου αιώνα εμφανίζεται και καθιερώνεται η μορφή της σύγχρονης λύρας της Κρήτης, όπως έχει περιγραφεί παραπάνω.