top banner 03
Πρόκειται για τη μία από τις δύο παλαιότερες αχλαδόσχημες λύρες οι οποίες έχουν διασωθεί σήμερα, προέρχονται από την Κρήτη, χρονολογούνται στον 18ο αιώνα και φιλοξενούνται στο Μουσείο των Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων (συλλογή Φ. Ανωγιανάκη).

Το όργανο αυτό έχει ως πρόσοψη το τυπικό αχλαδόσχημο σχήμα. Η κεφαλή είναι επίπεδη. Στην πρόσοψή της φέρει περίτεχνο σκάλισμα κρητικής ξυλογλυπτικής τεχνοτροπίας. Έχει τέσσερις οπές για αντίστοιχο αριθμό ξύλινων κλειδιών, σε διάταξη πανομοιότυπη με αυτή των τετράχορδων Δωδεκανησιακών λυρών (βλέπε λύρα Κυπραίου και Μυλωνά). Ο «κλέφτης» ο οποίος υπάρχει στο όργανο σήμερα, έχει τοποθετηθεί σε θέση που δεν ορίζει ίσο μήκος της μεσαίας χορδής με τις δύο ακραίες.

Ιδιότυπο ως σχήμα είναι το αντηχείο, η εγκάρσια τομή του οποίου θυμίζει περισσότερο σκάφος βάρκας με πεπλατυσμένη την καρίνα. Το ξύλο του σκάφους είναι πιθανότατα ασφένδαμος. Το κάτω τμήμα του αντηχείου έχει υποστεί βλάβη (θραύση από πτώση ή λόγω της τάσης των χορδών στο χορδοδέτη) και έχει επιδιορθωθεί με πρόσθεση ενός κομματιού ξύλου καρυδιάς.

Το καπάκι είναι κατασκευασμένο από ένα κομμάτι κατράνι που διχοτομήθηκε και κολλήθηκε αντικριστά. Είναι σκαφτό, διαθέτει κεντρικό επίμηκες νεύρο (καμάρι), και έχει εφαρμοστεί στο σκάφος με σκαφτή εσωτερική υποδοχή. Τα μάτια έχουν ένα ιδιότυπο ελλειψοειδές σχήμα, με οξείες γωνίες απόληξης.

H προφανώς ηθελημένη από τον κατασκευαστή, ασύμμετρη κατανομή του πάχους στο καπάκι, μαζί με τον τρόπο κοπής και συγκόλλησης του ξύλου, παράλληλα με την ύπαρξη ακουστικού κέντρου και την αντίστοιχη ασύμμετρη κατανομή πάχους του αντηχείου, δείχνει ότι ο κατασκευαστής διέθετε πέρα από τις ξυλογλυπτικές του δεξιότητες και πολύ σοβαρές γνώσεις οργανοποιίας. Είναι δηλαδή πιθανό το όργανο να έχει κατασκευαστεί σε ένα εργαστήριο ξυλογλυπτικής – οργανοποιίας.

Το όργανο δεν έχει χορδοδέτη. Οι χορδές στερεώνονται σε σχετικές οπές στην ουρά του οργάνου. Το ενεργό μήκος των ακραίων χορδών είναι 29 εκ., των μέσων 34 εκ., της μεσαίας χορδής όταν πατά στον κλέφτη 29,4 εκ., με δυνατότητα αυξομείωσης ενός εκατοστού ανάλογα με τη θέση του καβαλάρη (λόγω της απουσίας έντονου ίχνους του καβαλάρη στο καπάκι, δεν είναι σαφής με ακρίβεια η θέση που καταλάμβανε).

Ο καβαλάρης είναι ιδιαίτερα περίτεχνος και δεν έχει σχέση ούτε ως σχήμα ούτε ως υλικό κατασκευής, με τους γνωστούς σε εμάς μετέπειτα καβαλάρηδες της λύρας της Κρήτης. Δεν αποκλείεται για αυτό να έχει κατασκευαστεί αργότερα. Αν η λύρα οπλιστεί με 4 χορδές, κυρίως η δεύτερη αλλά κατ' ουσίαν και η τέταρτη χορδή μπορούσαν να παίζονται μόνο ως ανοιχτές χορδές σε ρόλο ισοκράτη.

Αν υποθέσουμε ότι υπήρχε πύρος – οδηγός στη θέση του σημερινού κλέφτη, θα μπορούσε να παίζεται ως μελωδική η δεύτερη χορδή. Τότε θα υπήρχε όμως πρόβλημα στην εκτέλεση της τρίτης και τέταρτης χορδής. Η διαφορά του μήκους των χορδών, η οποία είναι 5 χλστ. και δεν συμπίπτει με την απόσταση ενός τόνου, θέτει ένα επί πλέον πρόβλημα προς λύση.