top banner 03
Τα κουρδίσματα της λύρας στις διάφορες εποχές και περιοχές είναι γνωστά με βεβαιότητα μόνο για τις τελευταίες λίγες δεκαετίες.
Μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, το μοναδικό εργαλείο για το κούρδισμα ήταν το αυτί, και το ύψος της τονικότητας που χρησιμοποιούσε ο κάθε εκτελεστής ήταν σε άμεση συνάρτηση με τις δυνατότητες του τραγουδιστή. Αυτό που ήταν σημαντικό δεν ήταν το απόλυτο ύψος της συχνότητας αλλά η σχέση μεταξύ της συχνότητας των χορδών.

Οι πληροφορίες που σώζονται από τις αρχές της 2ης χιλιετίας αναφέρουν ότι η καθιερωμένη σχέση τονικότητας μεταξύ των χορδών ήταν τετάρτες καθαρές. Οι χορδές ήταν συνήθως διπλές, σε συμφωνία ή με διαφορά μίας οκτάβας μεταξύ τους. Οι διπλές χορδές, με τη δεύτερη σε ρόλο ισοκράτη, απέδιδαν ένα ισχυρότερο ήχο και παρείχαν ασφάλεια στην περίπτωση που η μία έσπαγε (κάτι συνηθισμένο για εκείνες τις χορδές). Χαρακτηριστική από τις απαρχές της χρήσης του δοξαριού είναι η χρήση των χορδών-ισοκράτη, που παρέχουν ένα σταθερό υπόβαθρο ήχου.

Στη τρίχορδη λύρα, η μελωδία εκτελείται κατά κανόνα στην πρώτη χορδή του οργάνου, αλλά και στην τρίτη, με μόνιμο ισοκράτη τη δεύτερη. Πολύ αργότερα, στην πολίτικη λύρα και στη σύγχρονη λύρα της Κρήτης, αυτονομούνται οι τρεις χορδές και χρησιμοποιούνται σχεδόν ισότιμα στην εκτέλεση της μελωδίας.

Για τη λύρα της Κρήτης, που τα τελευταία 70-80 χρόνια κουρδίζεται σε διαστήματα πέμπτης (Λα4 – Ρε4 – Σολ3), είναι γνωστό ότι παλαιότερα κουρδιζόταν και «αλά τούρκα», σε διαστήματα τετάρτης και πέμπτης (Ρε5 – Λα4 – Ρε4 ή Λα4 – Ρε4 – Λα3), όπως η λύρα της Πόλης. Για τις λύρες της Θράκης και του Αιγαίου αναφέρονται κουρδίσματα αλά τούρκα, ενώ σήμερα τόσο στη Θράκη όσο και στην Κάρπαθο, το σύνηθες κούρδισμα είναι Λα4 – Ρε4 – Σολ4. Ο Μ. Σκουλιός (1998) αναφέρει ως επικρατέστερο κούρδισμα στην Κάσο το Μι5 – Λα4 – Ρε4.

Για τις τετράχορδες Δωδεκανησιακές λύρες αναφέρεται από τους παλαιούς οργανοπαίχτες ένα κούρδισμα αλά τούρκα (Ρε5 – Λα4 – Ρε4 - Σολ3), δεν είναι όμως γνωστό πως κουρδιζόταν παλαιότερα. Η μικρή απόσταση μεταξύ 1ης – 2ης και 3ης – 4ης χορδής στα παλαιά όργανα, που δεν επιτρέπει την άνετη εκτέλεση της 2ης και 4ης χορδής αυτόνομα, υποδεικνύει ως πιθανό ένα κούρδισμα ανά ζεύγη, με τη 2η χορδή κάθε ζεύγους να χρησιμοποιείται ως ισοκράτης.