top banner 03
Το τοξωτό έγχορδο που επικρατεί από τον 11ο έως τον 19ο αιώνα στο χώρο των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας, της Στερεάς Ελλάδας, του Αιγαίου και της Κρήτης, είναι η αχλαδόσχημη ελληνο-βυζαντινή λύρα.

Το όργανο αυτό έχει ρηχό θολόσχημο αντηχείο, κοντό λαιμό που δεν ξεχωρίζει ιδιαίτερα από το ηχείο, τρεις ανισομήκεις χορδές σε σχέσεις τονικότητας κατά κανόνα 4-1-5. Η κεφαλή είναι επίπεδη, συνέχεια του λαιμού, και τα κλειδιά ξύλινα και κάθετα σε αυτήν. Δεν υπάρχει γλώσσα και το μήκος της παλλόμενης χορδής ορίζεται με το νύχι. Η μελωδία εκτελείται κυρίως στην πρώτη και κατ' εξαίρεση στην τρίτη χορδή, ενώ η δεύτερη χρησιμοποιείται σχεδόν διαρκώς ως ισοκράτης.

Μόνο στην αρχή του 20ου αιώνα αρχίζει το βιολί, που από τα τέλη του 17ου αιώνα έχει φτάσει στην κατασκευαστική τελειότητα από τους οργανοποιούς της βόρειας Ιταλίας, να αντικαθιστά τη λύρα ως λαϊκό όργανο, σε μεγάλο μέρος αυτού του χώρου. Η λύρα διατηρείται μέχρι σήμερα στην καρδιά του Βυζαντίου, την Κωνσταντινούπολη, κυρίως λόγω της εισαγωγής της στην Οθωμανική ορχήστρα, και σε πολλά μέρη με ιδιαίτερα ισχυρό «τοπικιστικό» και «μουσικό» χαρακτήρα, όπως η Κρήτη και τα Βαλκάνια (Βουλγαρία Σερβία), σε ιδιαίτερα απομονωμένα νησιά όπως η Κάσος - Κάρπαθος και η Ικαρία, τα μικρά νησιά των Δωδεκανήσων (Τήλος, Χάλκη, Σύμη, Λέρος). Διατηρείται επίσης από ομάδες για τις οποίες συμβολίζει την εθνικο-θρησκευτική ιδιαιτερότητά τους (πρόσφυγες ανατολικής Θράκης, αναστενάρηδες Μακεδονίας). Για τον ίδιο λόγο διατηρείται και η φιαλόσχημη λύρα της Μαύρης Θάλασσας από τους Ποντίους. Σε πολλά άλλα μέρη του ελλαδικού χώρου, ιδιαίτερα στο Αιγαίο, συνεχίζει να συναντάται σποραδικά έως τη δεκαετία του -50. Στην Κάλυμνο, τη Ρόδο και τη Λήμνο υπήρχε ισχυρή παρουσία που σήμερα τείνει να εξαφανιστεί (Γιαννόπουλος 2010 και σχετικές αναφορές).

Τα ιστορικά στοιχεία της ύπαρξης της λύρας από τον χώρο του Βυζαντίου, πέραν της εικονογραφίας, είναι ελάχιστα. Σο παλαιότερο κείμενο που αναφέρεται στα Βυζαντινά μουσικά όργανα (του «Ανώνυμου Αλχημιστή», που χρονολογείται στα τέλη του 7ου ή στις αρχές του 8ου αιώνα, Μαλιάρας 2008) δεν αναφέρεται κανένα τοξωτό χορδόφωνο, επιβεβαιώνοντας τη μη ύπαρξή τους αυτή την περίοδο.

Οι μοναδικές αναφορές για τη βυζαντινή λύρα βρίσκονται στις αραβικές πηγές. Η παλαιότερη είναι αυτή του Ibn Khurdadhbih (τέλη του 9ου αιώνα): «και σε αυτούς (τους βυζαντινούς) υπάρχει η λύρα (lura) που είναι το (δικό μας) ραμπάμπ, και έχει πέντε χορδές». Αργότερα, στον 10ο αιώνα, ο Al Kwarizmi αναφέρει: «Η λύρα (lur) είναι στους Έλληνες το (δικό μας) al sang» (είδος άρπας).
Η μαρτυρία του Ibn Khurdadhbih είχε θεωρηθεί αρχικά ως μία από τις αρχαιότερες πιστοποιήσεις της ύπαρξης τοξωτών χορδόφωνων στο Βυζάντιο. Σήμερα θεωρείται ως πιθανότερη εκδοχή η περιγραφή να αφορά στη λύρα που υπάρχει τότε αλλά ως νυκτό χορδόφωνο. Αυτήν υιοθετεί και ο Μπάχμαν θεωρώντας ότι το ραμπάμπ στο οποίο αναφέρεται ο Ibn Khurdadhbih είναι ακόμα νυκτό και όχι τοξωτό χορδόφωνο.
Το ραμπάμπ είναι ένα όργανο που αναφέρεται από τα μέσα του 9ου αιώνα σε διάφορες πηγές των αραβικών χωρών. Το όνομα ραμπάμπ χρησιμοποιείται στον Ισλαμικό κόσμο κατά κάποιο τρόπο αντίστοιχο με αυτό της λύρας στην ανατολική Μεσόγειο. Ομαδοποιεί μια σειρά ανόμοια χορδόφωνα όπως θολόσχημα ή κιβωτιόσχημα με λεπτό μακρύ λαιμό, φιαλόσχημα ή αχλαδόσχημα με κοντό ή μακρύ λαιμό, τόσο νυκτά αρχικά όσο και τοξωτά αργότερα.
Η πρώτη ατράνταχτη αναφορά στη χρήση του δοξαριού εκ μέρους των Αράβων βρίσκεται στο «Kitab al-musiqi al-kabir» του al-Farabi, γραμμένο στις αρχές του 10ου αιώνα μ.Χ., όπου παρατίθεται και μία πλήρης περιγραφή ενός ραμπάμπ. Περίπου την ίδια περίοδο, ο Ibn Sina, γνωστός στη Δύση ως Αβικέννας, αναφέρει επίσης το ραμπάμπ ως τοξωτό χορδόφωνο.

Η παλαιότερη γνωστή απεικόνιση της αχλαδόσχημης βυζαντινής λύρας είναι σε μία ξύλινη κασετίνα (πυξίδα) επενδυμένη με ελεφαντόδοντο και κόκαλο, που σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο της Φλωρεντίας, στην Ιταλία (Συλλογή Carrand, no 26). Η κασετίνα προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη και χρονολογείται στα τέλη του 10ου ή στις αρχές του 11ου αιώνα.

Οι παλαιότερες αχλαδόσχημες λύρες που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα είναι δύο λύρες που αποκαλύφθηκαν στις ανασκαφές στο Νόβγκοροντ της Ρωσίας. Η μία από αυτές χρονολογήθηκε στο 1190 μ.Χ. 5.13 Η μορφή τους είναι ίδια με το αρχέτυπο αχλαδόσχημο λυράκι, με τρεις ανισομήκεις χορδές. Το Νόβγκοροντ βρίσκεται στο κέντρο του κυριότερου εμπορικού «δρόμου» μεταξύ του Βυζαντίου και των Βαράγγων (έτσι αποκαλούν οι βυζαντινοί τους Ρώσους και Σκανδιναβούς), δρόμο αντίστοιχης εμπορικής σημασίας για τους βυζαντινούς με αυτόν του μεταξιού. Για το λόγο αυτό δεν εκπλήσσει η παρουσία εκεί της βυζαντινής αχλαδόσχημης λύρας.

Στα σχήματα των τοξοτών χορδόφωνων που συναντούνται στην εικονογραφία του Βυζαντίου και της Ευρώπης, από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα, όπως καταγράφονται από τον Μπάχμαν, είναι προφανές ότι η μεγάλη πλειοψηφία των οργάνων είναι ίδια με τη βυζαντινή αχλαδόσχημη λύρα ή τα οκτάσχημα τοξωτά. 5.14 Καθαρά διαφοροποιούνται μόνο τα όργανα που είναι προφανές ότι προέρχονται από μετατροπή οργάνων τύπου αρχαίας λύρας (κρουθ, ταλάρπα) από τους βόρειους Ευρωπαίους (Κέλτες και Σκανδιναβούς).

Τα ονόματα των τοξωτών που χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη αυτή την περίοδο, ρεμπάμπ, ρεμπέκ, γκίγκα, λύρα, φίντουλα δεν αντιπροσωπεύουν όργανα διαφορετικού τύπου, ως σχήμα ή μέγεθος. Σε γενικές γραμμές τα τέσσερα πρώτα χαρακτηρίζουν αχλαδόσχημα, ενώ το τελευταίο οκτάσχημα τοξωτά.

Ο καθοριστικός ρόλος του Βυζαντίου στην εξέλιξη των τοξοτών χορδόφωνων σχετικά με τη Δύση, δεν προκαλεί έκπληξη, αν θεωρηθεί στο συγκεκριμένο ιστορικο-πολιτιστικό πλαίσιο της εποχής που ανακαλύπτεται το δοξάρι. Το Βυζάντιο βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ανατολής – Δύσης. Τον 10ο και 11ο αιώνα βρίσκεται στο απόγειο της ευημερίας του, με ιδιαίτερα αναπτυγμένες διπλωματικές και πολιτιστικές ανταλλαγές με την κατ' ουσία «βάρβαρη» Δύση. Η Κωνσταντινούπολη είναι το κέντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής, το «Παρίσι του Μεσαίωνα». Κάτω από αυτή την οπτική δεν είναι περίεργο ότι για το νέο τοξωτό χορδόφωνο υιοθετείται η αρχαιοπρεπής ονομασία «λύρα», όνομα που παραπέμπει στις λαμπρές στιγμές της κλασικής ελληνικής αρχαιότητας.

Οι πιο αξιόλογοι εθνομουσικολόγοι αναγνωρίζουν τον καθοριστικό ρόλο του Βυζαντίου στον τομέα των τοξωτών χορδόφωνων. Ο Ζακς (1940) θεωρεί ότι η βυζαντινή λύρα, με το όνομα φίντουλα αρχικά, και παραφθαρμένο γλωσσικά σε βιέλα (viéle, γαλλικά) και βιόλα (viola, ιταλικά) αργότερα, γίνεται το κύριο τοξωτό όργανο της Ευρώπης. Ο Johannes Tinctoris γράφει το 1484: « Η βιόλα, όπως λένε αυτοί, εφευρέθηκε από τους Έλληνες». Ο Μπάινες (1992) θεωρεί επίσης ότι τα πρώτα Ευρωπαϊκά τοξωτά, οι φίντουλες, εισάγονται στη Δύση από το Βυζάντιο, με το όνομα λύρα. Αυτό το όργανο μετονομάζεται αργότερα, στον ΧΙΙΙ αιώνα, σε ρεμπέκ.

Το όνομα ρεμπέκ προέρχεται προφανώς από το αραβικό ρεμπάμπ. Είναι όμως σαφές και στους Άραβες ότι υπάρχουν δύο είδη τοξωτών διαφορετικής προέλευσης, και για αυτό οι άραβες της Ισπανίας διαχωρίζουν τα ρεμπάμπ σε αραβικά (morisco) και μη.