top banner 03
Ως αρχαίες λύρες ορίζονται (Σ. Ψαρουδάκης 2012) «τα έγχορδα νυκτά μουσικά όργανα στα οποία το επίπεδο των χορδών είναι παράλληλο προς το επίπεδο του ηχείου – σε αντίθεση προς τις άρπες, όπου τα δύο επίπεδα είναι κάθετα μεταξύ τους. Διακρίνομε δύο είδη λυρών: τις κιβωτιόσχημες (box lyres) και τις λεκανοειδείς (bowl lyres). Οι μεν κιβωτιόσχημες έχουν αντηχείο με ορθογωνική ή τραπεζοειδή πρόσοψη, ξύλινο, οι δε λεκανοειδείς, αντηχείο ημισφαιρικό ή ελλειπτικό (π.χ. κέλυφος χερσαίας χελώνας, κέλυφος κολοκύθας)».

Η μελέτη των έγχορδων οργάνων στην Κρήτη, κατά την μινωική περίοδο (Μ. Μικράκης 2006), συμπεραίνει ότι τα όργανα αυτά συνεχίζουν την εξέλιξη της κυκλαδικής και πρωτοελλαδικής άρπας και προοιωνίζονται την κανονική μινωική και κατ΄ επέκταση τη μεταγενέστερη ελληνική λύρα. Η πρόσφατη πιστοποίηση του ονόματος «λύρα» σε μυκηναϊκή πινακίδα από τη Θήβα του 1200 π.Χ. περίπου, καθιστούν πολύ πιθανή τη μινωική καταγωγή και της ονομασίας της λύρας.

Η χέλυς (χελωνόλυρα, λύρα με σκάφος από κέλυφος χελώνας) είναι το όργανο που χρησιμοποιείται στη αρχαία Ελλάδα για τη διδασκαλία της μουσικής, καθώς και το κυριότερο λαϊκό όργανο: αυτό χρησιμοποιείται για τους γάμους, τα συμπόσια και τις κάθε λογής γιορτές των αρχαίων Ελλήνων σε κλειστούς χώρους.
Τα παραπάνω καθιστούν προφανές ότι δεν υπάρχει καμία άμεση οργανολογική σχέση μεταξύ της αρχαίας ελληνικής λύρας και των αχλαδόσχημων τοξοτών χορδόφωνων που καταγράφονται με το ίδιο όνομα από τον δέκατο αιώνα, στο χώρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας.