top banner 03
Για το βιολί έχουν προταθεί μετρήσιμα μεγέθη που θεωρείται ότι καθιστούν δυνατή την αναπαραγωγή ενός καλού οργάνου.
Τα μετρήσιμα μεγέθη που θεωρούνται καθοριστικά για αυτό είναι:
1. Οι ιδιοσυχνότητες του ελεύθερου καπακιού και της πλάτης του σκάφους, ιδιαίτερα δε η 2η (Μ2, τρόπος Χ) και η 5η (Μ5, τρόπος Ο) ιδιοσυχνότητα, που θεωρούνται μέτρο της δυσκαμψίας των μελών αυτών του οργάνου.
2. Η μάζα του καπακιού και της πλάτης, εκφρασμένη σε γραμμάρια.

Τα μεγέθη αυτά ελέγχονται κύρια από τρεις παράγοντες:
1. Το είδος και την ποιότητα του ξύλου που χρησιμοποιείται.
2. Το σχήμα, το μέγεθος και την καμπυλότητα καπακιού και πλάτης.
3. Το μέσο πάχος του ξύλου και την κατανομή του (διαβάθμιση πάχους) στο καπάκι και την πλάτη του σκάφους του οργάνου.

Από τα παραπάνω μεγέθη, ο οργανοποιός έχει συνήθως μικρές ή καθόλου δυνατότητες παρέμβασης στο σχήμα και το μέγεθος τόσο στα κλασικά όσο και στα τυπικά παραδοσιακά όργανα. Οι δυνατότητες παρέμβασης στην καμπυλότητα είναι επίσης περιορισμένες. Αφορούν κύρια στην επιλογή επίπεδου ή καμπύλου καπακιού, και τον τρόπο κατανομής της στο τελευταίο.

Οι βασικές και καθοριστικές επιλογές του οργανοποιού είναι η επιλογή της ποιότητας του ξύλου, του μέσου πάχους του και του τρόπου κατανομής του τόσο στο καπάκι όσο και στο αντηχείο.

Σε ότι αφορά στην κατανομή (διαβάθμιση) του πάχους, είναι παράμετρος ιδιαίτερα σημαντική στη ηχητική συμπεριφορά του οργάνου. Παίζει καθοριστικό ρόλο στη ένταση του παραγόμενου ήχου ελέγχοντας το εύρος των δονήσεων και τις διαφορές φάσης μεταξύ των δονούμενων περιοχών ώστε το όργανο να λειτουργεί αποτελεσματικά ως «αντλία αέρα» και να ακτινοβολεί αποτελεσματικά τον παραγόμενο ήχο. Η σωστή επιλογή τους προκύπτει κυρίως από τη μελέτη των «καλών» οργάνων.

Το πρότυπο κατανομής πάχους σε καπάκι και αντηχείο που προτείνεται εδώ και ακολουθείται στο κατασκευαστικό μέρος, είναι μία σύνθεση της δουλειάς των Αμπντούλ, Ζυμπραγού και Σταγάκη, με μόνη αξιόλογη διαφοροποίηση την προσπάθεια δημιουργίας ενός «ακουστικού κέντρου» στα σημεία που στηρίζεται ο καβαλάρης και η ψυχή. Όταν θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα ακουστικό κέντρο σε συγκεκριμένη θέση, αφήνουμε το σημείο αυτό παχύτερο σε σχέση με τα υπόλοιπα. Ακουστικά αυτό ελέγχεται κατά τη κατασκευή είτε με μία εξωτερική πηγή ήχου, ή απλούστερα με κρουστική διέγερση: το ακουστικό κέντρο είναι το σημείο που δίνει στην κρούση τον πιο επίπεδο και άψυχο ήχο.

Σε ότι αφορά στη μάζα και τις ιδιοσυχνότητες καπακιού και αντηχείου, αυτές ελέγχονται από την πυκνότητα του ξύλου και το μέσο πάχος. Για το καπάκι, το βάρος του είναι ένα μετρήσιμο μέγεθος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ένα «ποσοτικό έλεγχο» της ποιότητας και της επαναληψιμότητας της κατασκευής, ορίζοντας αντίστοιχους με το βιολί συντελεστές δυσκαμψίας, εμπλέκοντας το βάρος και τις ιδιοσυχνότητες Μ2-Μ5.

Οι ιδιοσυχνότητες καπακιού και σκάφους ελέγχονται κυρίως από το σχήμα, το μέγεθος, την ποιότητα του ξύλου και το μέσο πάχος. Η κατανομή του πάχους παίζει οριακό ρόλο. Από τη στιγμή που το σχήμα και το μέγεθος είναι δεδομένα, ο οργανοποιός αφού επιλέξει ένα καλό ξύλο, ουσιαστικά ελέγχει τις ιδιοσυχνότητες με το μέσο πάχος. Θεωρώντας δεδομένο ότι υπάρχει μια σταθερή κατανομή (διαβάθμιση) του πάχους, η μείωση του μέσου πάχους επιφέρει σχετικά ισόποση μείωση σε όλο το φάσμα των ιδιοσυχνοτήτων. Οι μετρήσεις των κύριων ιδιοσυχνοτήτων (Μ1, Μ2, Μ5) σε συνδυασμό με το βάρος του, μπορούν να βοηθήσουν στο να κατασκευάζονται ίδιας ποιότητας ελεύθερα καπάκια και να απαιτείται ελάχιστη διορθωτική παρέμβαση στο συναρμολογημένο όργανο.

Για να καταγραφούν ποσοτικά οι ιδιοσυχνότητες καπακιού και σκάφους απαιτούνται ένας Η/Υ, ένα λογισμικό με δυνατότητα ανάλυσης και καταγραφής συχνοτήτων ήχου μικρής διάρκειας και έντασης (π.χ. το λογισμικό Strobosoft) και ένα μικρόφωνο.
Η διαδικασία είναι η εξής: κρατάμε το καπάκι ή το σκάφος από ένα σημείο κομβικής γραμμής και κρούεται το κέντρο μιας περιοχής αντικόμβου. Κρατάμε απαλά με το δείχτη και τον αντίχειρα και χτυπάμε με τον κόμβο του δείχτη ή καλύτερα με ένα σφυράκι επενδυμένο με τσόχα. Τα σφυράκια κρούσης των χοντρών χορδών του πιάνου είναι μία καλή λύση.

Για το καπάκι η διαδικασία είναι ιδιαίτερα απλή. Για το σκάφος είναι δύσκολο να εντοπίσουμε με σαφήνεια το είδος των ιδιοσυχνοτήτων που διεγείρονται. Οι υψηλότερες διεγείρονται ευκρινέστερα κρατώντας το σκάφος από την ουρά και κρούοντας στο κέντρο.

Η μέτρηση των ιδιοσυχνοτήτων μπορεί να είναι ένας ποσοτικός οδηγός που επιτρέπει στον οργανοποιό, αφού διαπιστώσει ότι συγκεκριμένα μεγέθη έδωσαν καλά αποτελέσματα, να επιδιώξει να τα αναπαράγει, δημιουργώντας όργανα με ίδια ακουστικά χαρακτηριστικά. Εδώ παρατίθενται ορισμένα μεγέθη που έχουν καταγραφεί από εμάς σε καπάκια και σκάφη τα οποία έδωσαν όταν συναρμολογήθηκαν «καλά» όργανα. Αυτά όμως πρέπει να θεωρηθούν μόνο ως ενδεικτικές τιμές που πρέπει να επιβεβαιωθούν και βέβαια με την προϋπόθεση ότι όλα τα υπόλοιπα μέρη του οργάνου έχουν κατασκευαστεί και ρυθμιστεί με το βέλτιστο για το συγκεκριμένο σύνολο τρόπο.

Η γλώσσα είναι ένα σημαντικό μέλος του οργάνου και οι ιδιοσυχνότητες της συμβάλλουν στη σωστή ηχητική συμπεριφορά του. Το κούρδισμα της γλώσσας είναι ιδιαίτερα απλό και πραγματοποιείται τροποποιώντας το μήκος ή το πάχος του ελεύθερου τμήματός της. Η μικρή εμπειρία μας δείχνει ότι όταν η δεσπόζουσα ιδιοσυχνότητά της ρυθμιστεί στο μισό της αέρινης συχνότητας του οργάνου, φαίνεται να υπάρχει βελτίωση της απόδοσης του οργάνου.

Οι ιδιοσυχνότητες δόνησης του χορδοδέτη μπορούν επίσης να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά το όργανο. Το κούρδισμά του πραγματοποιείται με παρεμβάσεις κυρίως στο πάχος του, καθώς το μήκος επιβάλλεται να είναι τέτοιο ώστε το μήκος της χορδής μεταξύ χορδοδέτη – καβαλάρη να είναι το 1/6 του μήκους της παλλόμενης χορδής. Η τιμή – στόχος της δεσπόζουσας ιδιοσυχνότητας δόνησης μπορεί να αναζητηθεί σε υποπολλαπλάσια του Α0 (1/2 ή 1/3, ανάλογα με το υλικό κατασκευής, το σχέδιο και τον τρόπο στήριξης).