top banner 03
Για την παραγωγή μιας νότας, ενός ήχου ορισμένης τονικότητας, υπάρχουν τρεις απλοί τρόποι. Ο πρώτος κι απλούστερος είναι με την κρούση ενός αντικειμένου, και τα μουσικά όργανα που παράγουν τον ήχο με αυτό τον τρόπο είναι τα κρουστά (ιδιόφωνα ή μεμβρανόφωνα). Ο δεύτερος τρόπος είναι με την πρόκληση δόνησης στον αέρα που περιέχεται σε μία σωλήνα, π.χ. ένα καλάμι. Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούν αυτό τον τρόπο ονομάζονται αερόφωνα. Ο τρίτος, πιο σύνθετος τρόπος, είναι με τη δόνηση μιας τεντωμένης χορδής και τα αντίστοιχα όργανα είναι τα χορδόφωνα.

Τα χορδόφωνα χωρίζονται σε δύο υποκατηγορίες, με βάση τον τρόπο που προκαλεί τη δόνηση στη χορδή: εάν η δόνηση προκαλείται με χτύπημα (νύξη) της χορδής ονομάζονται νυκτά χορδόφωνα. Εάν η διέγερση της χορδής προκαλείται με την τριβή της από ένα τόξο (δοξάρι), τότε ονομάζονται τοξωτά χορδόφωνα.

Όταν διεγείρεται μία χορδή παράγει μία νότα (μία αρμονική σειρά τόνων), γιατί δονείται με έναν ελεγχόμενο τρόπο που εξαρτάται από τη μάζα, το μήκος και την τάση της. Μάζα, μήκος και τάση ορίζουν κυρίως το «ύψος», τη συχνότητα της νότας. Η ένταση και η χροιά του ήχου που παράγει η χορδή εξαρτώνται βασικά από το σημείο, τη δύναμη, τον τρόπο και τη διάρκεια διέγερσης.

Η χρήση του δοξαριού για τη διέγερση της χορδής δημιουργεί μια ιδιαίτερη κατάσταση. Ο κύριος λόγος που επινοήθηκε η χρήση του δοξαριού ήταν ότι μπορεί να παράγει διαρκή ήχο και να εκτελεί τις νότες ενωμένες τη μία με την άλλη, χωρίς διακοπή. Παράλληλα με τον έλεγχο της διάρκειας του ήχου, το δοξάρι επιτυγχάνει και πλουσιότερο ήχο. Τα τοξωτά χορδόφωνα παράγουν όλη τη σειρά των αρμονικών συχνοτήτων που αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο αυτί, φτάνοντας έως και την εικοστή αρμονική.

Το δοξάρι παρέχει ενέργεια στη χορδή μέσω της τριβής. Η μεγαλύτερη ταχύτητα κίνησης του δοξαριού αυξάνει το πλάτος της δόνησης της χορδής, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η ένταση του ήχου. Το ίδιο συμβαίνει με την αύξηση της πίεσης του δοξαριού στη χορδή. Ταχύτητα κίνησης και πίεση του δοξαριού χρησιμοποιούνται συνδυασμένα για να επιτευχθεί μια σταθερή δόνηση της χορδής με το επιθυμητό πλάτος, και βέβαια το αποτέλεσμα διαφέρει ανάλογα με τη θέση του δοξαριού πάνω στη χορδή: αν το δοξάρι βρίσκεται μακριά από τη γέφυρα, μπορεί να παράγει χαμηλότερης έντασης «μαλακό» ήχο. Όσο πιο κοντά προς τη γέφυρα μετακινείται το δοξάρι, τόσο περισσότερη ταχύτητα και πίεση απαιτείται για να διεγείρει τη χορδή και ο ήχος που προκύπτει είναι πιο δυνατός και «σκληρός».

Η χορδή κάνει όλα τα παραπάνω θαυμαστά, αλλά έχει ένα σοβαρό πρόβλημα: παράγει ελάχιστης έντασης ήχο. Καθώς η επιφάνειά της είναι πολύ μικρή, και η ένταση του παραγόμενου ήχου εξαρτάται από τον όγκο του αέρα που καταφέρνει να θέσει σε δόνηση, η ένταση του ήχου που παράγει από μόνη της δεν αρκεί για να έχουμε ένα μουσικό όργανο.

Οι άνθρωποι για να εκμεταλλευτούν τις μουσικές ιδιότητες της χορδής έπρεπε να κατασκευάσουν και έναν φυσικό ενισχυτή της έντασης του ήχου που παράγει η χορδή: ένα ηχείο. Το πρώτο ηχείο που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη χορδή ενός τόξου, είναι πιθανότατα το στόμα του εκτελεστή. Στη συνέχεια προστίθενται άλλα φυσικά ηχεία, όπως νεροκολοκύθες και φτάνουμε τελικά στα «ώριμα» μουσικά όργανα όπως την αρχαία λύρα και κιθάρα, όπου η χορδή μέσω μιας γέφυρας μεταφέρει τις δονήσεις της στο καπάκι ενός ηχείου. Οι δονήσεις του καπακιού κύρια, και όλου του ηχείου γενικότερα, παράγουν ηχητικά κύματα στον αέρα που περιέχεται σε αυτά κυρίως αλλά και αυτού που τα περιβάλλει, ικανής έντασης ώστε να ακουστούν από το ανθρώπινο αυτί.

Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζει ο αέρας που βρίσκεται στο εσωτερικό του ηχείου: όντας περιορισμένος σε μία κλειστή κοιλότητα που δονείται, εισέρχεται σε εντονότερη δόνηση από τον περιβάλλοντα την εξωτερική επιφάνεια του ηχείου αέρα, και εκπέμπει μεγάλης έντασης ηχητικά κύματα μέσω των ματιών του ηχείου. Το ηχείο λειτουργεί δηλαδή ως μία αντλία του αέρα που βρίσκεται στο εσωτερικό του, εκπέμποντας κύματα συμπιεσμένου αέρα, ηχητικά κύματα, από τα μάτια του. Συνολικά, το ηχείο είναι αυτό που καθορίζει ποιες συχνότητες από τις δονήσεις που δέχεται από τις χορδές μέσω της γέφυρας, και σε τι εύρος θα ενισχυθούν.

Εδώ έρχεται η τέχνη του οργανοποιού. Πρέπει να κατασκευάσει ένα σύστημα που με τον καλύτερο τρόπο θα ενισχύει τις αρμονικές που παράγονται από τη δόνηση των χορδών. Πρέπει να διαλέξει χορδές με τάση και δυσκαμψία που να αποδίδουν την ένταση και τη χροιά του ήχου που απαιτεί το όργανο. Να επιλέξει τις σωστές κλίσεις μεταξύ μπράτσου και χορδοδέτη ώστε η τάση που θα μεταφέρεται από τις χορδές στο καπάκι μέσω της γέφυρας να είναι αυτή που επιτρέπει τη βέλτιστη μεταφορά των δονήσεων. Να κατασκευάσει μια γέφυρα με το κατάλληλο μέγεθος, σχήμα, μάζα και δυσκαμψία και να την τοποθετήσει στη σωστή θέση για την ίδια λειτουργία.

Χρησιμοποιώντας κατάλληλα ξύλα (ποιότητα και τομή), πάχη, κατανομές μάζας και καμπυλότητες, να ρυθμίσει τη δυνατότητα και ευαισθησία δόνησης του καπακιού και του σκάφους στο σωστό επίπεδο. Να ανοίξει μάτια στο ηχείο, σε θέση σχήμα και μέγεθος τέτοιο ώστε να έχει τη βέλτιστη απόδοση. Να κάνει την κατάλληλη τελική κατεργασία (λείανση – λουστράρισμα) ώστε να υπάρχει η ελάχιστη απόσβεση, η βέλτιστη ανάκλαση και εκπομπή του παραγόμενου ήχου. Και όλο αυτό να είναι λειτουργικό εκτελεστικά και όμορφο!