top banner 03
Το Φλεβάρη του 2000, βρέθηκα στη Νίσυρο, καλεσμένος σε ένα επιμορφωτικό σεμινάριο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης για εκπαιδευτικούς.

Στη λίστα των θεμάτων του σεμιναρίου, περιλαμβανόταν και ένα με τον τίτλο «Επαγγέλματα που χάνονται», τίτλος που μου κίνησε το ενδιαφέρον και περίμενα να δω σε τι ακριβώς θα αφορούσε. Έφτασε η ώρα της παρουσίασης και εμφανίζεται ο Ντίνος Παπαδέλιας. Πολύ χαμηλών τόνων, εμφανώς άβολος σε πολυπληθές ακροατήριο, άρχισε να μας εξηγεί πως «φκιάνει» τις λύρες του. Τι ξύλο παίρνει, πως το πελεκά, να το σκάφος, να το καπάκι, η γλώσσα, ο χορδοδέτης... Με ελάχιστα, απλά και κατανοητά λόγια στην μουσική Νισύρικη διάλεκτο, ανέπτυσσε όλη τη μεθοδολογία της κατασκευής της λύρας, κάνοντας τη διαδικασία να φαίνεται κάτι πολύ εύκολο και όχι ιδιαίτερα σπουδαίο, αυτό το χάρισμα που έχουν μερικοί καλοί μάστορες και λαϊκοί καλλιτέχνες. Αργότερα έμαθα πως είναι αυτός που δημιουργεί τα θαυμαστά βοτσαλωτά τα οποία στολίζουν κοινόχρηστους και ιδιωτικούς χώρους στη Νίσυρο, αυτός που «αποκαθιστά» πετρόχτιστα παλιά σπίτια και πολλά άλλα έργα τέχνης.

Στα όργανα του Ντίνου, τη λύρα που είδα σε εκείνο το σεμινάριο και όλα τα άλλα που είδα και μελέτησα αργότερα, μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, πέρα από τον καλό ήχο, η ποιότητα της κατασκευής και η τέχνη του στολίσματος του οργάνου: το περίτεχνο σκάλισμα του ξύλου, τα ένθετα, το σκάλισμα του κόκαλου. Το πλαστικό ήταν βέβαια απαγορευμένο υλικό.
Μόλις βρήκα δυο λεπτά καιρό, αμέσως μετά την παρουσίαση, ζήτησα από το Ντίνο να μου φτιάξει μια λύρα. Αυτή ήταν η πρώτη μου λύρα, την οποία είχα ως πρότυπο-υπόδειγμα για να ξεκινήσω την περιπέτεια της κατασκευής της λύρας.

Όταν ξαναγύρισα στο νησί, μερικούς μήνες αργότερα, βρήκα το Ντίνο και του είπα πως σκέφτομαι να προσπαθήσω να κατασκευάσω μια λύρα. «Να αρχίσεις να φτιάχνεις» μου 'πε αμέσως, και μου 'δωσε ένα κομμάτι ξύλο κερασιάς. «Το πολύ να χαλάσεις το ξύλο» πρόσθεσε.
Το ξύλο δεν το χάλασα. Το Ντίνο τον ζάλισα με χιλιάδες ερωτήσεις και τηλεφωνήματα, μα η λύρα βγήκε, και λένε πως δεν είναι κακή. Έχει απάνω της τη γενναιοδωρία των πλούσιων Ανθρώπων σαν το Ντίνο, που σκορπίζουν απλόχερα ότι έχουν συσσωρεύσει από την εμπειρία και τις σκέψεις μιας ζωής, πιστοί στη ρήση του ποιητή «μονάχα όσα έδωσες, για πάντα είναι δικά σου».

2.1 Dinos PsarandonisΟ Ντίνος (Κωνσταντίνος) Παπαδέλιας γεννήθηκε στη Νίσυρο το 1942. Η μητέρα του, η Διονυσία Παυλίδη, ήταν Νισυριά, ο πατέρας του, ο Γρηγόρης, καταγόταν από την Πάτμο. Δεν είναι παντρεμένος και έχει 3 αδέλφια.
«Δεν παντρεύτηκα, είπα να μείνω μόνος μου, να ζήσω τη ζωή μου όπως θέλω. Αλλά μετάνιωσα. Άλλο νάχεις ένα παιδάκι... Γι' αυτό αγαπώ όλα τα παιδιά του κόσμου».

Πως ξεκίνησε με τα όργανα: «Τυχαία» λέει ο Ντίνος. «Αφού έψαχνα βιβλία να βρω λύρα να δω πως είναι, γιατί δεν υπήρχε λύρα στη Νίσυρο». Έπαιζαν λύρα στο νησί παλιά αλλά αυτός δεν είχε τύχει να δει μεγάλος. Πολύ μικρός θυμάται, σαν σε όνειρο, που άκουγε να παίζει λύρα ο Κονταρής. Αυτός ήταν ένα θηρίο άντρας που ολημέρα δούλευε στα χωράφια και το βράδυ, μόλις έμπαινε στο σπίτι, έπιανε τη λύρα και έπαιζε. Μια λύρα που δεν απέδιδε ιδιαίτερα καλά, όπως προκύπτει από το συνηθισμένο του επιφώνημα όταν τα παιδιά που μαζευόταν έκαναν φασαρία: «βρε σωπάστε να ακούμε!».

Tην πρώτη απόπειρα να κατασκευάσει λύρα ο Ντίνος την κάνει το 1962, όταν από την κατασκευή ενός κοντακίου όπλου του περισσεύει ένα καλό κομμάτι ξύλο. «Είπα τότε, θα κάμω μια λύρα. Τώρα πως μου 'ρθε δεν ξέρω». «Έφτιαξα λοιπόν αυτή τη λύρα, κακήν κακώς, και την πάω σε ένα που 'πεζεν βιολί και του λέω: βάλε μου χορδές να δούμε. Ο άθρωπος έσκασενε από τα γέλια.. Τέλος πάντων, έβαλε χορδές αυτός, και δεν άκουα τίποτα! Έπαιζενε και δεν έβγαινε φωνή. Άκου μου λέει ο άθρωπος αυτός, κάμε και δεύτερη. Έ, αφού έκαμα και τη δεύτερη και άκουσα μια μιλιά, εκεί το 'πιασα πείσμα και λέω: γιατί; Θα δω! Έτσι, σιγά-σιγά ... Εν τω μεταξύ γνωρίστηκα και με άλλους μαστόρους από την Αθήνα, ανταλλάσσαμε ιδέες. Στο νησί δεν υπήρχε παράδοση, απ' έξω δεν ερχόντουσαν λύρες, να δω, να ακούσω, να την πιάσω στα χέρια μου. Τα όργανα εδώ ήταν βιολί – σαντούρι – λαούτο».

2.3 Dinos Votsaloto 2

Συνεχίζει 50 χρόνια τώρα να κατασκευάζει λύρες από μεράκι, από αγάπη για το όργανο. «40 χρόνια ήμουν κουρέας. Και τι επάγγελμα δεν έκαμα στη ζωή μου. Μόνο τον παπά δεν έκαμα. Έβαζα φουρνέλα, έφιαζα γκρεμνούς, από τη σπηλαιολογική είχα μάθει τα σκοινιά που ανεβοκατεβαίναμε».

«Ο άνθρωπος, ότι θέλει να φιάξει το καταφέρνει. Φτάνει να πει μέσα του μπορώ. Εγώ δεν έχω βρει τίποτα δύσκολο. Μια φορά πήρε ένας φίλος μου μια μηχανή εσωτερική για το καΐκι, και του ζητήσανε πολλά λεφτά να την τοποθετήσουνε. Θα τη βάλω εγώ είπα τότε. Ξέρεις μου λέει; Ξέρω. Και το 'καμα! Δεν ήβρα δυσκολίες στη ζωή μου σε ότι προσπάθησα».

Γιατί διάλεξε αυτό το όργανο: «Δεν ξέρω! Και το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχα δει λύρα! Είδα και έπαθα να βρω ένα γραμματόσημο. Είχε μια σειρά με γραμματόσημα που 'χαν όργανα και είδα μια λύρα εκεί! Έψαχνα τα βιβλία και δεν μπορούσα να βρω. Αφού, να φανταστείς, το καπάκι το 'βαλα την πρώτη φορά με το ίδιο ξύλο του σκάφους! Το φαντάζεσαι αυτό το πράμα!!».
«Δουλεύω τη λύρα γιατί μου αρέσει και σα σχήμα και σαν ήχος. Όλες οι κασέτες που 'χω εδώ και ακούω είναι λύρα! Λίγο ασχολήθηκα με τον μπαγλαμά γιατί κάποιος μου ζήτησε να του κάμω ένα και του 'καμα. Από τότες έχω φιάξει μερικούς, φιάχνω που και που και τζουράδες, όλα σκαφτά, αλλά η αγάπη μου είναι η λύρα».

«Η ποιότητα της λύρας εξαρτάται και για ποιο λόγο τη φτιάχνεις. Εγώ είχα προτάσεις να φιάχνω λύρες αποκλειστικά για ένα μεγάλο μουσικό κατάστημα, αλλά δεν δέχτηκα. Άμα το πιάσω επαγγελματικά, αν αρχίσω να φιάχνω πολλές, θα χαλάσω την ποιότητα. Τα λεφτά τα άτιμα όπου πέσουνε σε ρημάσουν. Εγώ είμαι ευχαριστημένος να το δώσω σε ένα άθρωπο ένα όργανο, παρά να το δώσω να πάρω λεφτά. Παλιά έκανα πολύ καλά όργανα, πολύ λεπτά. Και τα στόλιζα όλα με φίλντισι. Τώρα αρχίζω και δε βλέπω. Το μόνο που στεναχωριούμαι είναι πως ότι ξέρω θα πάει χαμένο. Αφού έχει εδώ παιδιά και καθηγητές που θέλουν να μάθουν. Δε θέλω πλερωμή, δε θέλω δραχμή. Στεναχωριούμαι γιατί αυτά που έκαμα τόσους κόπους να τα μάθω να μην τα μάθει ένα παιδί, νάναι καλός να τονε θωρώ να τονε καμαρώνω».