top banner 03
Τα λούστρα και ο τρόπος εφαρμογής τους στα όργανα, είναι ίσως το πλέον πολυσυζητημένο θέμα στην οργανοποιία. Το είδος του λούστρου που θα χρησιμοποιηθεί, ο τρόπος που αυτό θα εφαρμοστεί στο όργανο, το πάχος της επικάλυψης, είναι θέματα υπό διαρκή εξέταση από τους οργανοποιούς.

Το λουστράρισμα γίνεται στα όργανα για να προστατεύσει το ξύλο από την υγρασία και τη φθορά λόγω χρήσης, και βέβαια για να αναδείξει την ομορφιά του ξύλου. Εάν η χημική σύσταση του λούστρου και το πάχος της επικάλυψης είναι τα κατάλληλα, τότε το λούστρο μπορεί ακόμα και να βελτιώσει την ηχητική συμπεριφορά του οργάνου. Η επίδραση των διάφορων επικαλύψεων κατά το λουστράρισμα επηρεάζει κυρίως την απόσβεση του ήχου. Χρησιμοποιώντας κατάλληλα υλικά μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και μείωση της απόσβεσης. Οι επικαλύψεις δεν πρέπει επίσης να μειώνουν την ταχύτητα διάδοσης του ήχου. Πρέπει δηλαδή να «δυναμώνουν» το ξύλο χωρίς να το «βαραίνουν (Schleske 2010a).

Είναι γενικά αποδεκτό, και οι πειραματικές μελέτες το υποστηρίζουν, ότι ένα λεπτό στρώμα κατάλληλου λούστρου βελτιώνει την απόδοση του οργάνου στις υψηλές συχνότητες.

Η άποψη που υποστηρίζεται εδώ είναι ότι τα πλέον ενδεδειγμένα λούστρα είναι αυτά τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί για εκατοντάδες χρόνια από τους παλαιούς μεγάλους οργανοποιούς. Υποστηρίζεται επίσης ότι «όσο λιγότερο τόσο καλύτερα». Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο για το καπάκι αλλά θεωρούμε ότι ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για το αντηχείο. Προτείνεται δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή «οικονομία» στη χρήση του λούστρου, το οποίο θεωρούμε και αντιαισθητικό στοιχείο όταν δημιουργεί εμφανείς γυαλιστερές επικαλύψεις.

Το λουστράρισμα του οργάνου γίνεται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο συνίσταται στην εφαρμογή ενός υποστρώματος, το οποίο έχει στόχο να βελτιώσει τα ελαστικά χαρακτηριστικά του ξύλου, τη διάρκεια ζωής του, να αναδείξει την ομορφιά του και να καλύψει τους πόρους προστατεύοντάς το από την υγρασία αλλά και την προσρόφηση του ίδιου του λούστρου, το οποίο εφαρμόζεται στο δεύτερο στάδιο.

Το υπόστρωμα αυτό παίζει κατά γενική ομολογία κύριο ρόλο σε πιθανές αλλαγές της ηχητικής συμπεριφοράς του οργάνου μετά το λουστράρισμα. Οι μεγάλοι οργανοποιοί της Κρεμόνα του 16ου αιώνα χρησιμοποιούσαν δύο είδη υποστρωμάτων. Το ένα είναι η «υδρύαλος», ένα διάλυμα το οποίο όταν εφαρμοστεί στο ξύλο το επικαλύπτει με μία πολύ λεπτή υαλώδη μεμβράνη που το αδιαβροχοποιεί κατά κάποιο τρόπο και θεωρείται ότι βελτιώνει τα ελαστικά χαρακτηριστικά του. Σήμερα βρίσκεται έτοιμο τέτοιο διάλυμα στο εμπόριο, σε εξειδικευμένα καταστήματα πώλησης υλικών ζωγραφικής.

Το δεύτερο είδος υποστρώματος είναι το «λευκό βερνίκι» (vernice bianca). Είναι μία επίστρωση που παρασκευάζεται πολύ πιο εύκολα από την υδρύαλο και εκτιμάται ότι έχει αντίστοιχες ιδιότητες. Ο τρόπος παρασκευής του, όπως περιγράφεται από τον Σ. Σακόνι, γνωστό κατασκευαστή βιολιών και μελετητή και αποκαταστάτη των βιολιών του Στραντιβάρι, στο βιβλίο του «Τα μυστικά του Στραντιβάρι» (Sacconi, 2000) είναι ο εξής: Διαλύουμε σε 40 κ.ε. χλιαρού (40oC) απιονισμένου νερού δέκα γραμμάρια σκόνης αραβικό κόμμι, μισό κουταλάκι του γλυκού (5 γρ.) μέλι και ένα τέταρτο κουταλάκι του γλυκού μαύρη ζάχαρη (2 γρ.). Όταν κρυώσει το διάλυμα το φιλτράρουμε (αν το κόμμι είχε ακαθαρσίες) και προσθέτουμε τον ορό από το ασπράδι ενός αυγού το οποίο προηγούμενα έχουμε χτυπήσει και κάνει μαρέγκα. Το τελικό διάλυμα πρέπει να είναι αρκετά ρευστό ώστε να σχηματίζει μία λεπτή επίστρωση στο ξύλο όταν απλωθεί με ένα πινέλο. Το σκάφος απαιτεί συνήθως μία επίστρωση ενώ το καπάκι δύο.

Σε ότι αφορά στο κύριο λούστρο, ως το πλέον ενδεδειγμένο λούστρο για τα μουσικά όργανα θεωρείται από το απώτερο παρελθόν η γομαλάκα. Η ακατέργαστη γομαλάκα έχει χρώμα κόκκινο, από ανοιχτόχρωμο έως σκούρο, ανάλογα με την εποχή του χρόνου και την περιοχή που συλλέγεται. Αυτή υπόκειται σε περαιτέρω επεξεργασία καθαρισμού και διατίθεται σε μορφή νιφάδων, και σε χρώματα από ξανθό έως βαθύ κόκκινο. Καλύτερη για την οργανοποιία θεωρείται η ανοικτόχρωμη ξανθο-χρυσαφιά γομαλάκα, καθώς αυτή περιέχει λιγότερο από 1% κερί.

Η ακατέργαστη γομαλάκα ή οι κατεργασμένες νιφάδες της, διαλύονται σε καθαρό οινόπνευμα (αιθυλική αλκοόλη) και το διάλυμα χρησιμοποιείται ως λούστρο. Για τις ανάγκες της οργανοποιίας, πέραν της γομαλάκας, προστίθενται στο διάλυμα και «φυσικοί πλαστικοποιητές», όπως η μαστίχα Χίου (φυσική ρητίνη σχίνου) και η πρόπολη.

Η πρόπολη πρέπει να καθαριστεί πριν τη χρήση της από το μέλι, το κερί και άλλες προσμίξεις που έχει. Η καλύτερη διαδικασία καθαρισμού είναι η διάλυση της πρόπολης σε χλιαρό καθαρό οινόπνευμα μέσα σε γυάλινο ποτήρι, με τη βοήθεια υδατόλουτρου. Στη συνέχεια το διάλυμα διηθείται για την απομάκρυνση των στερεών προσμίξεων και τοποθετείται στην κατάψυξη για λίγες ώρες. Το κερί που υπάρχει στο διάλυμα στερεοποιείται στην επιφάνεια και απομακρύνεται. Στη συνέχεια απομακρύνουμε το οινόπνευμα που επιπλέει πάνω από το ίζημα πρόπολης, αδειάζοντας το πιο καθαρό και αφήνοντας το υπόλοιπο να εξατμιστεί. Καταλήγουμε έτσι με ένα υλικό που έχει τη μορφή βουτύρου, το οποίο φυλάμε στο ψυγείο.

Η μαστίχα κονιορτοποιείται σε γουδί, αφού αφαιρεθούν ακαθαρσίες και άλλες εμφανείς ξένες προσμίξεις (ξύλα, χώμα κ.α.). Όταν αυτή διαλυθεί σε οινόπνευμα, αφήνει περίπου 50%στερεά κατάλοιπα. Για το λόγο αυτό στο διάλυμα προσθέτουμε το διπλάσιο βάρος μαστίχας από αυτό που επιθυμούμε να έχει ως συμμετοχή στερεού στο διάλυμα. Είναι προτιμότερο να διαλύουμε το μαστίχι σε ένα ξεχωριστό δοχείο ώστε να ελέγχουμε και την ποσότητα του διαλυμένου στερεού και να μην προσθέτουμε στερεά κατάλοιπα στη γομαλάκα.
Η αναλογία βάρους υγρού-στερεού για την προετοιμασία του διαλύματος της γομαλάκας είναι 78-22, για μία πυκνότητα λούστρου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα κανονικά περάσματα. Η αναλογία βάρους των διαλυμένων στερεών είναι 80-10-10 για τη γομαλάκα, την πρόπολη και τη μαστίχα αντίστοιχα.

Η προετοιμασία του λούστρου είναι η ακόλουθη: σε ένα γυάλινο βάζο, χωρητικότητας λίγο μεγαλύτερης από τον όγκο που προγραμματίζουμε να ετοιμάσουμε, τοποθετούμε το απαραίτητο καθαρό οινόπνευμα. Στη συνέχεια προσθέτουμε σε μικρές ποσότητες σταδιακά τις νιφάδες γομαλάκας, την πρόπολη και τη μαστίχα, ανακινώντας διαρκώς. Στόχος είναι να αποφευχθεί η δημιουργία συμπαγούς ιζήματος των στερεών. Κλείνουμε το δοχείο και το αφήνουμε μερικές ημέρες, ανακινώντας το καλά 2-3 φορές τη μέρα, έως ότου διαλυθεί πλήρως η γομαλάκα. Μετακινούμε το διάλυμα σε ένα άλλο καθαρό γυάλινο δοχείο, γιατί σχεδόν πάντα υπάρχουν στερεά ιζήματα ακαθαρσιών, άλλων προσμίξεων κλπ.

Το διάλυμα γομαλάκας που θα χρησιμοποιηθεί στα πρώτα χέρια λουστραρίσματος, με πινέλο ή μπάλα, πρέπει να είναι πιο αραιό. Για το λόγο αυτό το παραπάνω διάλυμα αραιώνεται με οινόπνευμα, προσθέτοντας 75 κ.ε. οινόπνευμα σε κάθε 100 κ.ε. διαλύματος. Η διαδικασία εφαρμογής του λούστρου περιγράφεται αναλυτικά στο τμήμα της κατασκευής.

Το διάλυμα της γομαλάκας, από τη στιγμή που φυλάσσεται σε σκοτεινό και δροσερό μέρος, διατηρεί τις αρχικές του ιδιότητες για ένα διάστημα λίγων (5-6) μηνών. Ισχύει όμως και εδώ ο γενικός κανόνας όσο πιο φρέσκο τόσο καλύτερο. Οι ποσότητες που παρασκευάζονται κάθε φορά πρέπει να είναι αυτές που προβλέπεται να καταναλωθούν σε 1-2 μήνες. Γενικός κανόνας είναι επίσης ότι ένα όργανο δεν λουστράρεται ποτέ με νέο λούστρο, πριν το λούστρο αυτό δοκιμαστεί σε ένα άχρηστο ξύλο.

Από τα λούστρα νιτροκυτταρίνης, το μόνο ενδεδειγμένο για την οργανοποιία κατά τη γνώμη μας είναι το λεπτόρρευστο στιλπνό λούστρο μπάλας (π.χ. το Νο 500 της Vernilac). Συνιστάται σε αυτό ελαφρά υψηλότερη αραίωση με καθαρό οινόπνευμα μετά τα πρώτα χέρια, και βέβαια η εξάσκηση σε άλλα ξύλα πριν το λουστράρισμα του οργάνου. Η επάλειψη γίνεται με την κλασική «μπάλα». Το σκάφος «σηκώνει» 5-6 επικαλύψεις, ενώ για το καπάκι δεν συνιστώνται περισσότερες από δύο. Είναι βέβαια ένα λούστρο πιο σκληρό και λιγότερο ελαστικό από τη γομαλάκα.

Τα σκληρά τροπικά ξύλα δεν λουστράρονται. Αφού συμπαγοποιηθούν και «γυαλιστούν» πολύ καλά, επικαλύπτονται με 2-3 χέρια βρασμένο λινέλαιο, αραιωμένο κατά 25% με νέφτι.